Φυματίωση

Εισαγωγή

Ο όρος φυματίωση αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα κλινικών ασθενειών που προκαλούνται από το Μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης (Mycobacterium tuberculosis)- ή σπανιότερα από το Mycobacterium bovis. Το μυκοβακτηρίδιο αποτελεί την  δεύτερη αιτία θανάτου από λοιμώδη αίτια παγκοσμίως, μετά τον ιό HIV. Το 1993 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) συμπεριέλαβε την  φυματίωση στα νοσήματα που αποτελούν παγκόσμια απειλή για την υγεία. Η φυματίωση μπορεί να προσβάλλει οποιοδήποτε όργανο, κυρίως όμως τους πνεύμονες, και τυπικά σχετίζεται με το σχηματισμό κοκκιωμάτων. Ανάλογα με το όργανο που προσβάλλει η νόσος διακρίνεται σε πνευμονική και εξωπνευμονική. Με τον όρο πνευμονική φυματίωση αναφερόμαστε στα περιστατικά φυματίωσης που αφορούν το πνευμονικό παρέγχυμα. Η κεγχροειδής φυματίωση συμπεριλαμβάνεται μια και υπάρχουν βλάβες και στους πνεύμονες.

Προ της εισαγωγής των αντιφυματικών φαρμάκων 50% των ασθενών με ενεργό πνευμονική φυματίωση πέθαιναν εντός 2 ετών από την έναρξη της νόσου και μόνον ένας στους τέσσερις θεραπευόταν. Με την προσθήκη των αντιφυματικών η επιτυχής θεραπεία της φυματίωσης αποτελεί σύνηθες γεγονός. Οι λόγοι που οδηγούν πλέον σε αποτυχία είναι η αντοχή στα αντιφυματικά φάρμακα ή η αδόκιμη αντιμετώπιση, αλλά κυρίως η μη συμμόρφωση των ασθενών στην χορηγούμενη αγωγή. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην μεταφορά της ευθύνης για την θεραπεία από τον ασθενή στο ιατρό και την μονάδα υγείας με την εφαρμογή παγκοσμίως συγκεκριμένων στρατηγικών που περιγράφονται ως DOT (Directly Observed Therapy).

Συνοψίζοντας οι κύριοι στόχοι στην θεραπεία της πνευμονικής φυματίωσης είναι:

1. H εκρίζωση της λοίμωξης από το μυκοβακτηρίδιο

2. Η πρόληψη της ανάπτυξης αντοχής και

3. Η πρόληψη υποτροπής της λοίμωξης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή αντιμετώπιση της φυματίωσης, ενός νοσήματος που προσβάλλει μια πλειάδα οργάνων, χρειάζεται εκτεταμένους χρόνους θεραπείας, εμφανίζει συχνά αντοχές στα χορηγούμενα φάρμακα και απαιτεί πολύπλοκους συνδυασμούς φαρμάκων, είναι η ύπαρξη συγκεκριμένων κατευθυντήριων οδηγιών που θα υποστηρίξουν τον ιατρό στις θεραπευτικές του αποφάσεις.

 

Διάγνωση

Α. Η φυματινοαντίδραση – Μantoux

Περίπου το 85% των ασθενών με ενεργό φυματίωση αντιδρούν στην ενδοδερμική έγχυση της φυματίνης. Μερικές ομάδες ασθενών, με ανοσοκαταστολή συμπεριλαμβανομένων αυτών με AIDS μπορεί να έχουν αρνητική φυματινοαντίδραση σε ποσοστό που ξεπερνά το 50%. Επίσης, μπορεί να υπάρξουν και ψευδώς θετικά αποτελέσματα γεγονός που οφείλεται σε λάθος στη χορήγηση και στην ερμηνεία της δερμοαντίδρασης, σε προηγούμενο εμβολιασμό με τον βάκιλλο Calmette-Guerin (BCG), και προηγούμενη μόλυνση με μη φυματιώδη μυκοβακτηρίδια. Παρόλα αυτά, η φυματινοαντίδραση πρέπει να γίνεται σε όλους τους ασθενείς με υποψία φυματίωσης.

Β. Δοκιμασίες απελευθέρωσης ιντερφερόνης

H ανοσιακή απάντηση στη μόλυνση της φυματίωσης σχετίζεται με μία ισχυρή αντιφλεγμονώδη απάντηση πουοδηγεί στην απελευθέρωση της ιντερφερόνης γ (IFN-γ) από τα CD4 κύτταρα. Έχουν αναπτυχθείδύο τεχνικές που μετράνε την IFN-γ που παράγεται μετά από ειδικό αντιγονικό ερεθισμό. Η Quantiferon και η Τ-SPOT. Τα πλεονεκτήματα αυτών των μεθόδων έναντι της Mantoux είναι πως δεν θετικοποιούνται σε ασθενείς που είχαν στο παρελθόν εμβολιασθεί με το BCG όσο και σε ασθενείς με λοιμώξεις από άτυπα μυκοβακτηρίδια.

Θεραπεία Πνευμονικής Φυματίωσης                                     

Η θεραπεία της πνευμονικής φυματίωσης μπορεί να διακριθεί σε δύο φάσεις: α) Φάση έναρξης και β) Φάση συνέχισης. Η αρχική φάση πρέπει να περιλαμβάνει οπωσδήποτε 4 κύρια αντιφυματικά φάρμακα. Υπάρχουν διαφορετικά θεραπευτικά σχήματα στα οποία η αρχική φάση έχει διάρκεια 2 μήνες και η φάση συνέχισης κυμαίνεται από 4 έως και 7 μήνες. Η επιλογή της αρχικής θεραπευτικής αγωγής είναι πάντα εμπειρική μιας και κατά την έναρξη της θεραπείας δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν στοιχεία για την ευαισθησία του μυκοβακτηριδίου. Τα δεδομένα  ευαισθησίας είναι διαθέσιμα μετά το δίμηνο και χρησιμοποιούνται για να κατευθύνουν την θεραπεία εφόσον υπάρχουν αντοχές.

Advertisements